Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2015

Η θέση της εξόδου από την ΕΕ σε ένα μεταβατικό ή/και μετωπικό πρόγραμμα

Το θέμα της εξόδου από την ΕΕ βρίσκεται στο κέντρο της αντιπαράθεσης για ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση. Ήταν ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες που απέτρεψαν την εκλογική συνεργασία της ΛΑΕ με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες μικρότερες οργανώσεις και ομάδες ενόψει των επερχόμενων εκλογών.




Για ένα μαρξιστικό-λενινιστικό κόμμα ή για ένα αντικαπιταλιστικό εργατικό κόμμα/μέτωπο, η εναντίωση με την ΕΕ,

  • ως ιμπεριαλιστικό διεθνή οικονομικό, πολιτικό και στρατιωτικό οργανισμό καπιταλιστικών κρατών,
  • με σκοπό την έξοδο κάθε κράτους-μέλος από αυτήν, τη διάλυσή της, 
  • και την αντικατάστασή της σταδιακά με μια ένωση συνεργασίας σοσιαλιστικών κρατών στη βάση των αρχών του διεθνισμού, της ισοτιμίας και της αυτοδιάθεσης των λαών, 

αποτελεί σημαντικότατο στρατηγικό στόχο. Αυτή η θέση μπορεί να υποστηριχτεί με επιχειρήματα ιδεολογικού, πολιτικού και οικονομικού χαρακτήρα, με την αξιοποίηση της εμπειρίας από την ιστορική εξέλιξη της ΕΕ, αλλά και με βάση τις πιο πρόσφατες εμπειρίες στον καιρό της παρούσας διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης. Επιπλέον, η έξοδος από την ΕΕ αποκτά μεγαλύτερη και πιο άμεση σημασία για μια χώρα με εξαρτημένη θέση στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, όπως η Ελλάδα.

Συνεπώς, όσον αφορά το μεταβατικό πρόγραμμα με το οποίο απευθύνεται ένα κομμουνιστικό ή αντικαπιταλιστικό κόμμα προς το λαό και δυνητικούς συμμάχους, ο στόχος της εξόδου αποτελεί εκ των ουκ άνευ, και μάλιστα σε υψηλή ιεράρχηση. Ωστόσο, πρέπει να συνοδεύεται και με μια σειρά άλλων πολιτικών και οικονομικών στόχων προς χάριν της συνεκτικότητας του μεταβατικού προγράμματος αυτού. Θα επανέλθω στο θέμα αυτό παρακάτω.


Για ένα λαϊκομετωπικό πρόγραμμα, η συμπερίληψη αυτού του στόχου δεν μπορεί παρά είναι επιδίωξη των κομμουνιστών. Ωστόσο, ένα μετωπικό πρόγραμμα εξαρτάται και από τους πολιτικούς συσχετισμούς ανάμεσα στις δυνάμεις που απαρτίζουν το μέτωπο, καθώς και από το γενικό επίπεδο ριζοσπαστικοποίησης της συνείδησης του λαού. Οι σημερινές συνθήκες, δυστυχώς, χαρακτηρίζονται από τα εξής στοιχεία:
(α) Την ανυπαρξία ισχυρού μαρξιστικού-λενινιστικού κόμματος με την ανάλογη στρατηγική και τακτική και με δεσμούς με την εργατική τάξη. Το ΚΚΕ, ανάμεσα σε πολλά άλλα..., αρνείται ακόμη και να θέσει το θέμα της εξόδου από την ΕΕ ως άμεσο πολιτικό στόχο πριν την επιτυχή επανάσταση και τη λαϊκή εξουσία και οικονομία (δηλ. δικτατορία του προλεταριάτου και κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων), και συνακόλουθα, αρνείται τη σύμπραξη σε πολιτικό μέτωπο με άλλες δυνάμεις γύρω από αυτόν τον στόχο. Δε δέχεται καν την επί μέρους συνεργασία σε μια ειδική πολιτική καμπάνια με αυτό το στόχο. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρόλο που υιοθετεί αυτόν τον μεταβατικό στόχο, δε λειτουργεί με ενότητα δράσης και εσωτερική δημοκρατία, ως οφείλει να κάνει ένα κομμουνιστικό κόμμα, δεν έχει αναπτύξει αρκετά ισχυρούς δεσμούς με το λαό και την εργατική τάξη, ενώ θέτει και επιπλέον προσκόμματα στις πολιτικές της συνεργασίες λόγω της επιμονής στην τακτική του "αντικαπιταλιστικού" μετώπου. Η ΛΑΕ αποτελεί ένα μικροαστικό κατά βάση κόμμα το οποίο τρέφει και καλλιεργεί αυταπάτες για τη δυνατότητα φιλολαϊκής πολιτικής εντός της ΕΕ, και για τη δυνατότητα προοδευτικού μετασχηματισμού της.
(β) Την κατάσταση διάλυσης στο εργατικό και λαϊκό κίνημα.
(γ) Την κατάσταση διάλυσης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.
(δ) Ότι παρόλο που η θέση της εξόδου από το Ευρώ και την ΕΕ κερδίζει συνεχώς έδαφος ανάμεσα στο λαό, ειδικά με τις πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις και τη διστακτική -εν πολλοίς προσχηματική- σύγκρουση της κυβέρνησης με τους δανειστές, η πλειοψηφία του ελλ. λαού παραμένει αρνητική και φοβισμένη απέναντι στο ενδεχόμενο αυτό (δείτε και δύο σχετικές δημοσκοπήσεις εδώ κι εδώ). Η "απελευθέρωση" από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά της ΕΕ, δεν αντιμετωπίζεται ακόμη από το λαό με την ίδια ομοψυχία όπως, κατά ιστορική αναλογία, η απελευθέρωση από την ναζιστική κατοχή, η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα του προγράμματος του ΕΑΜ.
(ε) Δεδομένης της στάσης του ΚΚΕ, δυστυχώς, ο πολιτικός συσχετισμός είναι υπέρ των μικροαστικών πολιτικών δυνάμεων όπως η ΛΑΕ.

Υπό το βάρος αυτών των παραγόντων, οι κομμουνιστές πρέπει να αξιοποιήσουν την μετωπική πολιτική για την ανάπτυξη της αντιιμπεριαλιστικής-αντιμονοπωλιακής πάλης στην κατεύθυνση απειθαρχίας-ανυπακοής στις αντιλαϊκές πολιτικές και συνθήκες της ΕΕ, ακόμη και αν χρειαστεί να υποχωρήσουν προσωρινά από τη θέση της εξόδου από αυτήν, διατηρώντας τη φυσικά στην κορυφή της αυτοτελούς πολιτικής τους παρέμβασης. Για να είναι προωθητικός αυτός ο συμβιβασμός χρειάζεται να ικανοποιούνται μερικές βασικές προϋποθέσεις:
1. Η δημοκρατική συγκρότηση του μετώπου και η διατήρηση της πολιτικής αυτοτέλειας της κάθε δύναμης, ώστε να μπορεί η όποια εμπειρία των αγώνων που θα αναπτυχθούν να αξιοποιηθεί στην κατεύθυνση ριζοσπαστικοποίησης του μετώπου.
2. Ένα μετωπικό πρόγραμμα που να σχεδιάζει την παραγωγική αναδιάρθωση της οικονομίας και την αναγέννηση της ελληνικής κοινωνίας χωρίς να περιορίζεται από τις ισχύουσες πολιτικές και συνθήκες της ΕΕ, εν τέλει σε αντιπαράθεση και ρήξη με την "υπαρκτή" ΕΕ. Στα πλαίσια αυτά δεν μπορεί η ΛΑΕ το επόμενο διάστημα να μην περιγράψει με καθαρό τρόπο σε ποιά από τις συνθήκες του Μάαστριχτ, της Μπολόνια, του Δουβλίνου, τους περιορισμούς περί ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, την ΚΑΠ, τις απαγορεύσεις κρατικών ενισχύσεων και προστατευτισμού στη βιομηχανία κοκ σκοπεύει να απειθαρχήσει μονομερώς, και με ποιές από αυτές θεωρεί ότι μπορεί να συμβιβαστεί, έστω προσωρινά, "μέχρι να αλλάξουν οι συσχετισμοί στην ΕΕ". Δεν μπορεί, επίσης, η μόνη πρόνοια απέναντι στην κλιμάκωση της αντιπαράθεσης να είναι αυτή του δημοψηφίσματος. Οφείλει το πρόγραμμα να είναι έτοιμο να αντιμετωπίσει τη διακοπή των ΕΣΠΑ, την επιβολή προστίμων και άλλες εκβιαστικές και ρεβανσιστικές ενέργειες εκ μέρους της ΕΕ και των δανειστών γενικότερα. Και σε κάθε περίπτωση απαιτείται η δημόσια δέσμευση όλων των δυνάμεων του μετώπου ότι δε θα υποχωρήσουν σε καμία περίπτωση από την εφαρμογή του συμφωνηθέντος προγράμματος.
3. Η ξεκάθαρη και δημόσια εξήγηση στο λαό εκ μέρους των κομμουνιστών των λόγων για τους οποίους προβαίνουν στο συμβιβασμό αυτόν, και η επίμονη παρουσίαση της συνολικής τους θέσης για την ΕΕ.

Η αγνόηση των παραγόντων (α-ε) της συγκεκριμένης κατάστασης που ζούμε σήμερα ισοδυναμεί με άρνηση της άμεσης προοπτικής του αντιΕΕ μετώπου και ενδεικτική της διάθεσης των κομμουνιστών να υπερβούν με ένα βολουνταριστικό άλμα την κατάσταση αυτή αντί να τη βελτιώσουν. Η αδυναμία των κομμουνιστικών σχηματισμών σήμερα να δώσουν μια άμεση πολιτική προοπτική στους λαϊκούς αγώνες αποτελεί τροχοπέδη στη μαζικοποίηση, ένταση και ριζοσπαστικοποίηση τους. Το πρόβλημα αυτό καλείται να λύσει στην παρούσα φάση η λαϊκομετωπική τακτική.


Στην περίπτωση των επερχόμενων εκλογών, ωστόσο, δεν τέθηκε το θέμα του σχηματισμού μετώπου. Μπορεί η ΛΑΕ κακώς να αυτοαποκαλείται ΤΟ μέτωπο, αλλά στο χρονικό διάστημα του ενός μήνα, το μόνο που μπορούσε να γίνει ήταν μια εκλογική πολιτική συνεργασία με σκοπό την όσο πιο δυνατή και ενωτική κοινοβουλευτική λαϊκή αντιπολίτευση σε κατεύθυνση αντιμνημονιακής ρήξης με τους δανειστές και την ΕΕ, άσχετα από το ακριβές περιεχόμενο της ρήξης αυτής. Για μια τέτοια εκλογική συμπόρευση, αρκούσαν οι "καθαροί λογαριασμοί" τόσο στο θέμα της ΕΕ, όσο και σε μια σειρά άλλων θεμάτων. Δυστυχώς, σχεδόν από καμία πλευρά δεν υπήρξε η διάθεση για κάτι τέτοιο:

  • Η ΛΑΕ συνεχώς θολώνει τις θέσεις της γύρω από το θέμα της Ευρωζώνης και της ΕΕ, τόσο στις προγραμματικές της εξαγγελίες, όσο, και κυρίως, στις δημόσιες τοποθετήσεις όσων εμφανίζονται ως "ηγέτες" και "στελέχη" της, με τρόπο που να μη δείχνει σεβασμό στις κομμουνιστικές θέσεις σε αυτό το ζήτημα, ή διάθεση "έντιμου συμβιβασμού" (!).
  • Η πλειοψηφία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε ένα μεγάλο βαθμό χρησιμοποιεί το θέμα της ΕΕ προσχηματικά για να αποφύγει μια συνεργασία που κατά βάθος δεν επιθυμεί, διότι τη βλέπει ως ανταγωνιστική προς στην τακτική του "αντικαπιταλιστικού μετώπου" που προωθεί.
  • Η μειοψηφία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες κομμουνιστικές δυνάμεις που συσπειρώνονταν στην Μετωπική Αριστερή Συμπόρευση (ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ, Παρέμβαση) δεν επέμειναν σε μια ενιαία στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΜΑΡΣ, βιάστηκαν να συμφωνήσουν άνευ όρων και, επομένως, τορπίλισαν τις διαπραγμευτικές δυνατότητες των κομμουνιστών στο θέμα αυτό.
  • Όλες οι διαπραγματεύσεις δεν έγιναν με επαρκή δημοσιότητα και αιτολόγηση, με ειλικρινή εξήγηση για τα κριτήρια και τους στόχους της κάθε πλευράς, αλλά η όλη συζήτηση είχε σε μεγάλο βαθμό προσχηματικό χαρακτήρα.


Αξίζει να σημειωθεί ότι εμφανίζεται και μια τάση να υπερτονίζεται με επιλεκτικό τρόπο το θέμα του μετωπικού προγράμματος και, ειδικά, του σημείου της άμεσης εξόδου από την ΕΕ, χωρίς να δίνεται η πρέπουσα σημασία στο σύνολο των παραγόντων (α-ε) που βαραίνουν στο σχεδιασμό της πολιτικής των κομμουνιστών (πρέπει να τονιστεί, βέβαια, ότι στις αντιφατικές δημόσιες τοποθετήσεις πολλών στελεχών της ΛΑΕ διαφαίνεται και η ακριβώς αντίθετη στάση, δηλ. του ευτελισμού του προγράμματος, βλ. σχετικά εδώ). Μάλιστα, αυτό γίνεται σε αναντιστοιχία με την επεξεργασία και εμβάθυνση του μεταβατικού προγράμματος από την πλευρά των κομμουνιστών. Αυτή τη στιγμή κυκλοφορούν δύο βιβλία με προτάσεις φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση που βασίζονται στην έξοδο από την Ευρωζώνη (Λαπαβίτσας, Ιγγλέζης), στα οποία πρέπει να προστεθούν οι μελέτες του Ινστιτούτου κοινωνικών ερευνών "Δ.Μπάτσης". Από ότι φαίνεται, από αυτήν την πλευρά υιοθετείται μια θέση που έχει λίγο-πολύ ως εξής:
α. Η έξοδος από το Ευρώ πρέπει να γίνει άμεσα (μέσα σε ένα ΣΚ...) για να αντιμετωπιστεί ο χρηματοδοτικός εκβιασμός, και διότι η ανεξάρτητη νομισματική πολιτική είναι απόλυτα απαραίτητα συνθήκη για οποιοδήποτε σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης.
β. Είναι δυνατή και πιθανή μια συναίνεση ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ΕΕ για μια έξοδο της Ελλάδας από το Ευρώ και καθεστώς ειδικής σχέσης με την ΕΕ, κυρίως για γεωπολιτικούς λόγους, και παρόλες τις μονομερείς ενέργειες της Ελλάδας (παύση πληρωμών, άρνηση πληρωμής του μεγαλύτερο μέρους του χρέους, εθνικοποίηση τραπεζών, επιβολή ελέγχων στην κυκλοφορία του κεφαλαίου κοκ).
γ. Η έξοδος από την ΕΕ, σε αντίθεση με αυτήν από την Ευρωζώνη, απαιτεί δομικές αλλαγές στην ελληνική οικονομία (που χαρακτηρίζεται από έναν διογκωμένο τομέα υπηρεσιών). Τέτοιες δομικές αλλαγές στο παραγωγικό μοντέλο χρειάζονται χρόνο για τη δημιουργία των επιστημονικών, οικονομικών και των πολιτικών προϋποθέσεων τους (πχ δημοκρατική διαβούλευση κοινωνικών φορέων και τοπικών κοινωνιών, κατάρτιση ενός γενικού παραγωγικού σχεδίου).
δ. Επομένως, το ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ θα τεθεί σε δημοψήφισμα μόνο στην περίπτωση που αναγκαστούμε λόγω"ακραίων" εχθρικών ενεργειών της, στην οποία περίπτωση θα ερωτηθεί ο ελλ. λαός αν επιθυμεί να αναλάβει τις επιπρόσθετες δυσκολίες και κινδύνους που απαιτεί μια τέτοια εξέλιξη, προκειμένου να εφαρμοστεί το πολιτικό πρόγραμμα του μετώπου.
Σε μια τέτοια επιχειρηματολογία δεν μπορεί να απαντήσει κανείς μόνο με βάση ιδεολογικές θέσεις για την ΕΕ, εκτιμήσεις για το "σίγουρο" της επιθετικής στάσης της ΕΕ, δηλώσεις του τύπου "η μόνη συναινετική έξοδος από το Ευρώ είναι αυτή του σχεδίου Σόιμπλε", βασιζόμενος στην ιστορική εμπειρία του λαού που "έπαθε και έμαθε" το τι εστί ΕΕ τους τελευταίους μήνες, και που θα πάθει ίδια και χειρότερα στο επόμενο χρονικό διάστημα... Χρειάζεται και η αντίστοιχη πειστική προγραμματική απάντηση. Διαφορετικά, μια τέτοια στάση που απολυτοποιεί την έξοδο από την ΕΕ, χωρίς την ανάλογη επιστημονική προγραμματική υποστήριξη, και χωρίς να πληρούνται μια σειρά άλλων προϋποθέσεων (α-ε) φέρει ομοιότητες με τη στάση του ΚΚΕ, το οποίο ισχυρίζεται ότι ούτε η έξοδος από την ΕΕ είναι δυνατή αν δεν "κοινωνικοποιηθούν τα μονοπώλια", χωρίς να παρέχει έστω ένα περίγραμμα του τί σημαίνει αυτό στην πράξη, και πώς μπορεί να γίνει.

Που χωλαίνει κάθε τέτοια λογική; Αντιμετωπίζει την ιστορική εξέλιξη μηχανιστικά, κι όχι δυναμικά. Σήμερα αυτό που επείγει είναι μετωπική πολιτική που να δώσει προοπτική και να ενισχύσει τους λαϊκούς αγώνες σε σύγκρουση με την ΕΕ, κάτι που ήδη αποτελεί ποιοτική αναβάθμιση των αγώνων της προηγούμενης περιόδου που ηγεμονεύονταν από την αντίληψη "ούτε ρήξη ούτε υποταγή, μέσα στο Ευρώ, και θα πείσουμε τους δανειστές"... Όταν αυτοί οι αγώνες γιγαντωθούν, όταν η λαϊκή αποφασιστικότητα για σύγκρουση με την ΕΕ τείνει να γίνει πλειοψηφικό ρεύμα, είτε πριν είτε μετά την έξοδο από την Ευρωζώνη, η ίδια η ζωή θα φέρει το ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ και των οικονομικών και πολιτικών προϋποθέσεών της στο ιστορικό προσκήνιο, είτε το θέλει η σημερινή "ηγεσία" της ΛΑΕ είτε όχι. Χρειαζόμαστε ένα μετωπικό πρόγραμμα που να ωθεί προς μια τέτοια εξέλιξη και όσο είναι δυνατόν να προετοιμάζει το λαό για αυτήν, ακόμη και αν δεν την προδιαγράφει. Ας διδαχτούμε όχι μόνο από την στρατηγική ήττα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, αλλά και από τις δυνάμεις που απελευθέρωσε η εμπειρία της εξάμηνης "διαπραγμάτευσης" και της λαϊκής νίκης του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, σε αντίθεση με τις επιδιώξεις των εμπνευστών των ενεργειών αυτών...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το σχόλιό σας θα δημοσιευτεί μόνο αν περιέχει το ονοματεπώνυμό σας και κατόπιν επιβεβαίωσής της ταυτότητάς σας. Αν είναι η πρώτη φορά που σχολιάζετε, παρακαλώ στείλτε μου και τα στοιχεία επικοινωνίας σας (πχ e-mail) με ένα e-mail.