Πέμπτη 5 Μαρτίου 2020

Για την προσφυγική κρίση και τα καθήκοντα της κομμουνιστικής αριστεράς




του Διονύση Περδίκη


Σήμερα η προσφυγική κρίση στη χώρα μας βρίσκεται στο αποκορύφωμά της με βάση τις τελευταίες εξελίξεις, δηλ. τα γεγονότα στον Έβρο, και νωρίτερα, στα νησιά της Χίου και της Λέσβου. Για μια συνολική ανάλυση της κατάστασης και πολιτική θέση παραπέμπουμε στη σχετική ανακοίνωση του Συντονισμού δράσης και διαλόγου Κομμουνιστικών Δυνάμεων[1]. Στο παρόν άρθρο θα επικεντρώσουμε σε επιμέρους πλευρές του προβλήματος, προσπαθώντας να εξηγήσουμε και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η κομμουνιστική αριστερά για να ηγηθεί μιας φιλολαϊκής λύσης για την κρίση αυτή.




Η θέση της κομμουνιστικής αριστεράς

Σε γενικές γραμμές, και με επί μέρους διαφοροποιήσεις ήσσονος σημασίας, οι οργανώσεις της κομμουνιστικής – και γενικότερα ριζοσπαστικής, αντι-ιμπεριαλιστικής, ή αντι-καπιταλιστικής- αριστεράς διατυπώνουν μια καταρχήν σωστή θέση για την προσφυγική κρίση, με βασικά χαρακτηριστικά:
  1. την εναντίωση στην καταστολή της κίνησης των μεταναστών και προσφύγων,
  2. το αίτημα να δοθεί άσυλο και άλλα νομιμοποιητικά χαρτιά στους πρόσφυγες και μετανάστες,
  3. την υποστήριξη του να τους επιτραπεί να μετακινηθούν προς τον επιθυμητό προορισμό τους μέσω της έμπρακτης απειθαρχίας στην Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας και στον ευρωπαϊκό κανονισμό του Δουβλίνου που τους εγκλωβίζουν σε Τουρκία και Ελλάδα,
  4. την εναντίωση σε κάθε τύπου κλειστή δομή που προσομοιάζει όλο και περισσότερο σε φυλακή και στρατόπεδο συγκέντρωσης,
  5. το αίτημα για υποδοχή σε ανοιχτές δομές ανά την επικράτεια, με ανθρώπινες συνθήκες, ως προσωρινό μέτρο,
  6. την ανάδειξη των ευθυνών των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, τόσο για τη δημιουργία και έξαρση των μεταναστευτικών και προσφυγικών ροών τα τελευταία χρόνια, όσο και για τη διαχείρισή τους, αλλά και των αντίστοιχων ευθυνών των ελλ. κυβερνήσεων και των πολιτικών κομμάτων που συμπράττουν στις πολιτικές αυτές,
  7. την υποστήριξη της ομαλής ένταξης στην ελληνική κοινωνία όσων προσφύγων ή μεταναστών επιλέξουν να μείνουν στη χώρας μας, με πλήρη δικαιώματα, και με την ενεργή παρέμβαση του εργατικού και λαϊκού κινήματος.
Σε αυτή τη γενικά σωστή θέση, εμφανίζονται δύο παρεκκλίσεις, η μία «αριστερού»-ιδεαλιστικού χαρακτήρα, και η άλλη δεξιού, εθνικιστικού ή και -συγκαλυμμένα- ρατσιστικού χαρακτήρα. Αν και πρόκειται για περιθωριοποιημένες απόψεις εντός των οργανώσεων της κομμουνιστικής αριστεράς, αξίζει να τύχουν κριτικής εδώ, διότι στο βαθμό που διαχέονται στον δημόσιο διάλογο, ενισχυόμενες από την κυρίαρχη ιδεολογία λόγω του φλερτ της μεν με τον κοσμοπολιτισμό του κεφαλαίου, και της δε με το ρατσισμό, δυσκολεύουν την πολιτική της παρέμβαση στο λαϊκό κίνημα.


Η αριστερή παρέκκλιση

Η αριστερή παρέκκλιση αντιλαμβάνεται τη πολιτική διαπάλη γύρω από τη προσφυγική κρίση κυρίαρχα ως μια διαπάλη στη σφαίρα της ιδεολογίας, ως μια σύγκρουση των ανθρωπιστικών και διεθνιστικών ιδεών της αριστεράς με τις εθνικιστικές ή/και ρατσιστικές της (ακρο-)δεξιάς[2]. Επιμένει σε γενικόλογα ή και παρεξηγήσιμα συνθήματα, όπως πχ περί «ανοιχτών συνόρων», αγνοώντας επιδεικτικά ότι στην εποχή της κυριαρχίας του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού στη διεθνή σφαίρα, η απουσία ελέγχου των κρατικών συνόρων από μια αδύναμη -σχετικά- χώρα όπως η Ελλάδα, σημαίνει, στη πράξη, παράδοση του ελέγχου αυτού σε ιμπεριαλιστικούς στρατούς ή υπηρεσίες, ή και στις χρηματοδοτούμενες από τα ιμπεριαλιστικά κράτη ΜΚΟ. Επιπλέον, επιμένει με ανθρωπιστικού τύπου επιχειρήματα να πείσει τον ελληνικό λαό για τη δυνατότητα εγκατάστασης στη χώρα μας του συνόλου (;!) των προσφύγων και μεταναστών που θα συνέρρεαν σε αυτή, στην περίπτωση μιας πολιτικής «ανοιχτών συνόρων».

Η παρέκκλιση αυτή είναι ιδεαλιστική, όχι μόνο διότι δεν λαμβάνει υπόψη της τη διαμόρφωση της κοινωνικής συνείδησης υπό τον σημερινό πολιτικό συσχετισμό, αλλά και γιατί επιδιώκει να λύσει ένα αντικειμενικά υπαρκτό πρόβλημα, αυτό της δευτερεύουσας αντίθεσης μεταξύ των συμφερόντων ντόπιων και προσφύγων/μεταναστών (βλ. παρακάτω), μέσω της ανθρωπιστικής προπαγάνδας, στην ουσία αγνοώντας, ή υποτιμώντας το πρόβλημα αυτό, ή αντιμετωπίζοντάς το -κυρίως- ως πρόβλημα ηθικής.

Συνολικά, η αριστερή παρέκκλιση εντοπίζει λανθασμένα τον κεντρικό κρίκο της προσφυγικής κρίσης, καθώς αυτός δε βρίσκεται ούτε στη διεκδίκηση της ενσωμάτωσης του συνόλου των προσφύγων και μεταναστών στην Ελλάδα (ενάντια και στην ίδια τους τη θέληση…), ούτε στην ενίσχυση των προσφυγικών και μεταναστευτικών ρευμάτων, καθώς αυτά αποτελούν προϊόν βίας, είτε στρατιωτικής, είτε πολιτικής και οικονομικής, και όχι της ελεύθερης βούλησης των ανθρώπων που μετακινούνται.


Η δεξιά παρέκκλιση

Η δεξιά παρέκκλιση αντιλαμβάνεται την προσφυγική κρίση ως κάποιο σχέδιο ή συνωμοσία του καπιταλιστικού ιμπεριαλισμού, σε κάποιες εκδοχές με τη συμμετοχή και της Τουρκίας, προσχωρώντας σε ακροδεξιές θέσεις για την καταστολή της. Σε μία εκδοχή της, γίνεται επίκληση της κλασσικής μαρξιστικής θέσης για την αξιοποίηση της μετανάστευσης από το κεφάλαιο για τη μείωση της τιμής της εργατικής δύναμης, δηλ. των μισθών, χάρις στην υπερπροσφορά, φτηνής, χωρίς πλήρη δικαιώματα, εργασίας από τους μετανάστες και πρόσφυγες, ειδικά όταν δεν είναι νομιμοποιημένοι από το αστικό κράτος. Σε μια άλλη της εκδοχή, συνδέεται η σημερινή προσφυγική κρίση με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις και γίνεται λόγος για «ιμπεριαλιστική επέμβαση» ή «συνομωσία»[3], θυμίζοντας τις ακροδεξιές κορώνες περί «υπεράσπισης των συνόρων» από την «εισβολή» προσφύγων και μεταναστών[4]. Με την πρώτη εκδοχή θα ασχοληθούμε πιο αναλυτικά παρακάτω.

Όσον αφορά τη δεύτερη, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η Τουρκία όντως προσπαθεί να εκβιάσει την ΕΕ και το ΝΑΤΟ με την ενίσχυση των προσφυγικών ροών, αλλά ο εκβιασμός αυτός σχετίζεται κυρίως με τις εξελίξεις στο μέτωπο της Συρίας, και όχι τόσο με τον ανταγωνισμό της με την Ελλάδα για χωρικά ύδατα και ΑΟΖ[5]. Δε βλέπουμε γιατί να θεωρείται νόμιμη, πολιτική ή ηθική πράξη όταν η Τουρκία εγκλωβίζει εκατομμύρια πρόσφυγες στο εσωτερικό της, και τους εκμεταλλεύεται ως φτηνή εργατική δύναμη για την ταχύρρυθμη ανάπτυξη των τελευταίων χρόνων, ενώ μάλιστα χρηματοδοτείται αδρά από την ΕΕ γι’ αυτό, και να θεωρείται «συνομωσία ιμπεριαλισμού-Τουρκίας», όταν τους επιτρέπει να κινηθούν προς τον επιθυμητό από τους ίδιους προορισμό.


Σχέδιο του ιμπεριαλισμού η μετανάστευση;

Η προσφυγική κρίση δεν είναι αποτέλεσμα κάποιου ιμπεριαλιστικού σχεδιασμού, εν πάσει περιπτώσει όχι περισσότερο από ότι πχ η περιβαλλοντική καταστροφή. Τα ιμπεριαλιστικά κράτη δεν επιθυμούν στην παρούσα φάση μια αύξηση της μετανάστευσης, και μάλιστα της ανειδίκευτης εργασίας, και, επιπλέον, από χώρες με μεγάλες πολιτιστικές διαφορές. Η σημερινή διεθνοποιημένη παραγωγή βασίζεται σε ένα διεθνή καταμερισμό εργασίας που συγκεντρώνει
  • την ακριβή, σύνθετη, ειδικευμένη εργασία, σε μεγάλο βαθμό μη παραγωγική (πχ διαφήμιση, μάρκετινγκ, κρατική γραφειοκρατία, στρατός και σώματα ασφαλείας), επιστημονική, πρωτότυπη και δημιουργική, στις ανεπτυγμένες ιμπεριαλιστικές χώρες,
  • και τη φτηνή, απλή, ανειδίκευτη, βιομηχανική-μεταποιητική, και -επομένως, ως επί το πλείστον παραγωγική- εργασία στις αναπτυσσόμενες, και εκμεταλλευόμενες από τον ιμπεριαλισμό χώρες. Το μονοπωλιακό κεφάλαιο επιδιώκει την υπερεκμετάλλευση της εργασίας αυτής εκεί που αυτή βρίσκεται ήδη, μέσω παραγωγικών εξαγωγών κεφαλαίου, και υπεργολαβιών, κάτι που είναι και φτηνότερο, και πολιτικά ασφαλέστερο.
Τα ιμπεριαλιστικά κράτη αξιοποιούν πλευρές της κρατικο-μονοπωλιακής ρύθμισης τόσο εγχωρίως, όσο και διεθνώς, όπως η νομοθέτηση των μονοπωλιακών δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, ή οι αντι-μεταναστευτικοί νόμοι, αλλά και τις πολιτικο-στρατιωτικές επεμβάσεις ενάντια σε «απείθαρχα» κράτη όπως η Συρία και η Λιβύη, ή πιθανούς ανταγωνιστές τους, για την συστηματική αναπαραγωγή ενός τέτοιου διεθνούς καταμερισμού εργασίας. Η πολιτική τους αποσκοπεί στον έλεγχο όσο το δυνατόν περισσότερων μονοπωλιακών θέσεων, τόσο επί τεχνολογικών μονοπωλίων (για τα οποία χρειάζονται την ειδικευμένη ή και επιστημονική εργασία), όσο και φυσικών (ορυκτός πλούτος, ενέργεια) [6].

Είναι η υπερεκμετάλλευση, η φτώχεια, οι διάφορες δικτατορίες και καταπιεστικά πολιτικά καθεστώτα, οι ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι και επεμβάσεις, και από εδώ και στο εξής, και οι περιβαλλοντικές καταστροφές (ξηρασία, πλημμύρες κοκ), που δημιουργούν την έξαρση των σύγχρονων προσφυγικών ροών, ως «παράπλευρη» ζημία, και όχι ως σκοπό του σχεδιασμού της ιμπεριαλιστικής πολιτικής[7].

Φυσικά, το μονοπωλιακό κεφάλαιο επιχειρεί να παρέμβει και στην πλευρά της διαχείρισης του προβλήματος, μέσω των κρατικών πολιτικών ή των ΜΚΟ που χρηματοδοτεί, είτε απευθείας, είτε μέσω του κράτους. Επίσης, παρεμβαίνει ώστε να συνδιαμορφώσει και ελέγξει τις θέσεις των λαϊκών κινημάτων για το πρόβλημα αυτό, και πάλι με όχημα τις ΜΚΟ. Ταυτόχρονα, υπάρχουν, ίσως, και επιμέρους διαφοροποιήσεις εντός του μονοπωλιακού κεφαλαίου για το πόσοι μετανάστες ή πρόσφυγες «χρειάζονται» ως φτηνή εργατική δύναμη και εντός των ιμπεριαλιστικών χωρών (πχ σε υπηρεσίες όπως νοσοκόμοι, οδηγοί οχημάτων, στην εστίαση κοκ) Ωστόσο, με βάση τα δεδομένα που έχουμε (πχ της αντιμεταναστευτικής νομοθεσίας), είναι πέραν κάθε αμφιβολίας ότι η κυρίαρχη τάση της ιμπεριαλιστικής κρατικής πολιτικής είναι για την καταστολή της μετανάστευσης και των προσφυγικών ροών, που η ίδια προκαλεί[8].


Πόσοι πρόσφυγες και μετανάστες «χωράνε» στην ΕΕ και στην Ελλάδα;

Με βάση τον παραπάνω διεθνή καταμερισμό της εργασίας, το καπιταλιστικό κράτος στις ανεπτυγμένες χώρες ξοδεύει μεγάλα ποσά για την αναπαραγωγή της ειδικευμένης εργατικής δύναμης σε υποδομές εκπαίδευσης, υγείας, ασφάλισης, επιστημονικής έρευνας, μεταφορών κοκ Επιπλέον, η εργατική δύναμη που δύναται να εκτελέσει πρωτότυπη και δημιουργική εργασία, ακόμη και σε τομείς καθόλου παραγωγικούς, όπως η διαφήμιση, ή η κρατική γραφειοκρατία, χρειάζεται ανώτερα επίπεδα κατανάλωσης, συμπεριλαμβανομένων «πολιτιστικών αγαθών» της βιομηχανίας του ελεύθερου χρόνου, που αποσκοπούν και στη χειραγώγησή και πειθάρχησή της.

Η πραγματικότητα αυτή δεν εξηγεί μόνο το γιατί δεν μπορεί να αποτελεί πολιτική επιλογή του κεφαλαίου των ανεπτυγμένων χωρών η μαζική μετανάστευση ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, το οποίο θα ήταν
  • στο μεγάλο του μέρος ασύμφορο για την παραγωγή αξίας με βάση τα σύγχρονα συστήματα παραγωγής στις χώρες αυτές (ειδικά στη σημερινή εποχή της κρίσης, ή, έστω, ύφεσης και στασιμότητας),
  • αλλά και πηγή κόστους για το καπιταλιστικό κράτος,
  • όπως και πολιτικής κρίσης και όξυνσης της ταξικής πάλης στις χώρες αυτές.
Η πραγματικότητα αυτή αναδεικνύει, επιπλέον, και τις δυνατότητες ταξικής συμμαχίας του μονοπωλιακού κεφαλαίου με μέρος των μεσαίων στρωμάτων, ή και της εργατικής τάξης, στη βάση της υπεράσπισης του βιοτικού επιπέδου, του «κοινωνικού κράτους», των επιπέδων κατανάλωσης κοκ, στις ανεπτυγμένες χώρες, από τις ορδές των «φτωχοδιαβόλων» που επιδιώκουν να απολαύσουν κι αυτοί τα επιτεύγματα του σύγχρονου υλικού πολιτισμού της ανθρωπότητας.

Είναι στα πλαίσια μιας τέτοιας επιδιωκόμενης κοινωνικής συμμαχίας μεταξύ μονοπωλιακού κεφαλαίου και μεσαίων ή και λαϊκών στρωμάτων στις ανεπτυγμένες χώρες, υπό την ηγεσία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, που προκύπτει το ερώτημα του αν και πόσοι μετανάστες και πρόσφυγες «χωράνε» στις ανεπτυγμένες χώρες. Διαφορετικά, δηλ. χωρίς τους περιορισμούς που θέτει ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής για την ελάχιστη κερδοφορία του κεφαλαίου, οι πρόσφυγες και οι μετανάστες «χωράνε και παραχωράνε». Αρκεί κανείς να λάβει -ανάμεσα σε άλλα- υπόψη του τα εξής:
  • τη τεράστια αύξηση της παραγωγικότητας από το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου και μετά,
  • το γεγονός ότι ανεπτυγμένες, ιμπεριαλιστικές χώρες, είναι καθαροί δέκτες αξίας στη διεθνή σφαίρα, δηλ. ότι ληστεύουν τις αναπτυσσόμενες και εκμεταλλευόμενες χώρες, από τις οποίες προέρχονται οι πρόσφυγες και μετανάστες,
  • την τάση υπογεννητικότητας στις αναπτυγμένες χώρες.
Αυτό ισχύει και για την Ελλάδα. Οι πρόσφυγες και μετανάστες «δε χωράνε» στην Ελλάδα μόνο αν πρόκειται για την Ελλάδα της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, την Ελλάδα του 25% της ανεργίας και του 50% στους νέους, την Ελλάδα της επίθεσης -τύπου «τελικής λύσης»- στη λαϊκή περιουσία που αναμένεται με την απελευθέρωση πλειστηριασμών και εξώσεων, την Ελλάδα της μακροχρόνιας ύφεσης και λιτότητας προς χάριν της εξυπηρέτησης του χρέους προς τους ιμπεριαλιστές-δανειστές κοκ Ωστόσο, είναι η πραγματικότητα αυτής της Ελλάδας που δεν επιτρέπει και τις εύκολες απαντήσεις ιδεαλιστικού τύπου.


«Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε»;

Η επικράτηση του ιδεαλισμού σε ένα μέρος της -κομμουνιστικής και μη- αριστεράς οδηγεί στο να μη τυγχάνει της δέουσας προσοχής το ότι ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής βασίζεται στον ανταγωνισμό όλων των ατομικών παραγωγών, οι οποίοι συναντώνται στην αγορά ως αγοραστές και πωλητές εμπορευμάτων, κι ότι αυτό ισχύει και για τους πωλητές του εμπορεύματος εργατική δύναμη, δηλ. τους εργάτες, οι οποίοι με αυθόρμητο τρόπο ανταγωνίζονται για μια όσο καλύτερη τιμή ή και συνθήκες πώλησης του μόνου εμπορεύματος που κατέχουν.

Η ανάπτυξη ενός ανταγωνισμού μεταξύ των λαϊκών στρωμάτων των ανεπτυγμένων χωρών, και των προσφύγων και μεταναστών σε εποχές καπιταλιστικής κρίσης, όπως η σημερινή, με μεγάλες μάζες ανθρώπων να μετακινούνται, είναι κάτι το αναμενόμενο, και οφείλεται σε αυτή τη δευτερεύουσα μεν, αντικειμενική δε, κοινωνική αντίθεση. Πρόκειται για φαινόμενο ανάλογο του συντεχνιασμού ή της απεργοσπασίας εντός του εργατικού κινήματος. Πόσο μάλλον όταν υπεισέρχονται και άλλες διαφορές πολιτιστικού, γλωσσικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα, οι οποίες αξιοποιούνται από την ρατσιστική πολιτική των ιμπεριαλιστικών κρατών. Είναι ενδεικτικό επί αυτού ότι στον σημερινό κόσμο, η εθνική καταγωγή εξηγεί στατιστικά καλύτερα το βιοτικό επίπεδο από την κοινωνική (ταξική) θέση[9].

Υπάρχει υλική, λοιπόν, βάση στην ανοχή ή και υποστήριξη που δείχνει μεγάλο μέρος και του ελληνικού λαού στις ιμπεριαλιστικές πολιτικές της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, μεταξύ των οποίων και στην πολιτική της καταστολής της μετανάστευσης. Εμποδίζοντας την είσοδο προσφύγων και μεταναστών στην ΕΕ, το ελληνικό κράτος υπερασπίζεται τη θέση του σε αυτήν για λογαριασμό της ελληνικής ολιγαρχίας[10], αλλά και εμμέσως,
  • τη δυνατότητα της ελληνικής εργατικής τάξης να κυκλοφορεί, και επομένως να μεταναστεύει «ελεύθερα» στην ΕΕ, διατηρώντας την τιμή της εγχώριας εργατικής δύναμης -ιδιαίτερα της ειδικευμένης- σε σχετικά μικρή απόσταση από την αντίστοιχη τιμή στις ηγεμονικές χώρες της ΕΕ,
  • τη δυνατότητα των Ελλήνων συνταξιούχων να λαμβάνουν σύνταξη στο σκληρό νόμισμα του Ευρώ,
  • την ανεμπόδιστη ροή κάθε είδους «ευρωπαϊκών προγραμμάτων» από τα οποία ζει μέρος της ελληνικής κοινωνίας, της κρατικής γραφειοκρατίας κοκ,
  • τη δυνατότητα των ελληνικών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων να διατηρούν ανενόχλητες τις εμπορικές τους σχέσεις με τους προμηθευτές και πελάτες τους από χώρες της ΕΕ (πχ στον τουρισμό),
  • τη δυνατότητα του Έλληνα καταναλωτή να αγοράζει με το σκληρό του νόμισμα, το Ευρώ, καταναλωτικά προϊόντα, όπως ρούχα, ηλεκτρονικά, τρόφιμα κοκ, σε φτηνές τιμές, παραγμένα με μεροκάματα υπερεκμετάλλευσης από εργαζομένους των εκμεταλλευόμενων από τον ιμπεριαλισμό αναπτυσσόμενων χωρών, ή/και με φτηνές πρώτες ύλες και ενέργεια που αποσπούν τα ιμπεριαλιστικά μονοπώλια από τις χώρες προέλευσης προσφύγων και μεταναστών…
Η αντιμετώπιση αυτής της δευτερεύουσας αντίθεσης δε γίνεται με ανθρωπιστικά κηρύγματα από κομμουνιστές – «παπάδες», χωρίς να υποτιμούμε βέβαια και την απαραίτητη ιδεολογική και πολιτιστική παρέμβαση. Το κύριο, όμως, είναι η ανάγκη για συγκεκριμένη πολιτική δουλειά που να αναδεικνύει τα μεσο- ή μακρο-πρόθεσμα κοινά συμφέροντα των εργατών και του λαού, από όπου και αν κατάγονται, εις βάρος των ανταγωνιστικών πλευρών των σημερινών κοινωνικών σχέσεών τους.

Για παράδειγμα, στη περίπτωση της προσφυγικής κρίσης στη χώρας μας σήμερα, οφείλουμε να αναδείξουμε:
  • ότι η χώρα μας έχει ευθύνη για τη δημιουργία των προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών από τη στιγμή που συμπράττει ενεργά στις πολιτικές (ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις κοκ) που τις προκαλούν, και ότι η ευθύνη αυτή αφορά και τον ελληνικό λαό στο βαθμό που ανέχεται ή και υποστηρίζει τις πολιτικές αυτές, συναινεί στη συμμετοχή μας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ κοκ,
  • ότι όσο θα συνεχίζονται οι πολιτικές αυτές, οι ροές θα αυξάνονται, και κατά συνέπεια,
  • ότι η καταστολή της μετανάστευσης δεν είναι μόνο μια μάταιη πολιτική[11], διότι εκατομμύρια ανθρώπων που αναγκάζονται από τις αντικειμενικές συνθήκες της ζωής τους να μετακινηθούν δεν μπορεί κανείς στο βάθος του χρόνου να τους εμποδίσει,
  • αλλά και επιζήμια για τον λαό εκείνο που καλείται να τη φέρει εις πέρας, λόγω της βαρβαρότητας που αυτό συνεπάγεται (μόνο η ρατσιστική -και σε καμία περίπτωση η κομμουνιστική…- ιδεολογία και πρακτική μπορεί να δικαιολογήσει την καταστολή και φυλάκιση χιλιάδων ή εκατομμυρίων ανθρώπων…), και που αργά ή γρήγορα στρέφεται και ενάντια στα εγχώρια λαϊκά στρώματα, όπως φάνηκε ήδη στην περίπτωση της Λέσβου και της Χίου…,
  • ενώ εξίσου μάταιη είναι η επένδυση στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ, και στην καπιταλιστική ανάπτυξη που είναι δυνατή εντός τους, για την ευημερία και την ασφάλεια του ελληνικού λαού. Η συμμετοχή μας στην ΕΕ δεν μας προστάτευσε από την παγκόσμια, καπιταλιστική κρίση, παρά αντίθετα συνέβαλε στο να την περάσει η χώρα μας πιο επώδυνα από σχεδόν οποιαδήποτε άλλη χώρα του ΟΟΣΑ, και ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για τη συνεχιζόμενη, μακροχρόνια ύφεση και λιτότητα. Η σύμπλευση της χώρας μας με το ΝΑΤΟ διαχρονικά δεν προστατεύει ούτε την ειρήνη, ούτε την εθνική κυριαρχία, όπως έχει δείξει η ιστορία στην Κύπρο, ή στα Ίμια, το «γκριζάρισμα» ενός Αιγαίου -πλέον- ως «νατοϊκής λίμνης», αλλά και οι πρόσφατες εξελίξεις με τον ορισμό ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης. Αντίστοιχα, η Ελλάδα βρίσκεται στο επίκεντρο της προσφυγικής κρίσης εξ’ αιτίας της άρνησης των χωρών της ΕΕ, και ιδιαίτερα των ηγεμονικών, να αναλάβουν τις ευθύνες τους για τις συνέπειες των ιμπεριαλιστικών πολιτικών που ασκούν στη περιοχή μας, υποδεχόμενοι τους πρόσφυγες και μετανάστες που επιθυμούν να μεταβούν σε αυτές.
Συνολικά, η πλειοψηφία του ελληνικού λαού δεν έχει να κερδίσει από την υπεράσπιση των στρατιωτικοποιημένων «ευρωπαϊκών συνόρων», ούτε από τη διατήρηση της ταυτότητας του «ευρωπαίου πολίτη» στο όνομα της οποίας λαμβάνει χώρα η υπεράσπιση αυτή.


Ελλάδα, αδύναμος κρίκος

Ο κρίκος, λοιπόν, της πολιτικής παρέμβασης της κομμουνιστικής αριστεράς, για άλλο ένα ζήτημα, αυτό της προσφυγικής κρίσης, δεν είναι άλλος από τη θέση της χώρας μας στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ. Συμπυκνώνεται στο αίτημα για απειθαρχία στην Κοινή Δήλωση ΕΕ-Τουρκίας και στον ευρωπαϊκό κανονισμό του Δουβλίνου, ώστε να διεθνοποιηθεί το πρόβλημα της προσφυγικής κρίσης στα πλαίσια μιας ρήξης της χώρας μας με τους ιμπεριαλιστικούς αυτούς οργανισμούς (πέρα από τη συμφωνία με τις επιδιώξεις των ίδιων των προσφύγων και μεταναστών, αλλά και την αντιμετώπιση του προβλήματος στη ρίζα του). Ταυτόχρονα, βάζει το δάχτυλο στο κέντρο του ανταγωνισμού μεταξύ ντόπιων λαϊκών στρωμάτων και προσφύγων/μεταναστών, εφόσον η καταστολή των ροών αυτών γίνεται για τη διαφύλαξη της θέσης της Ελλάδας στην ΕΕ, κι όχι για την αποφυγή της εγκατάστασής τους στη χώρα μας (και τον όποιο ανταγωνισμό για δουλειές, μεροκάματα ή κρατική πρόνοια μπορεί αυτό να σήμαινε για την ελληνική εργατική τάξη). Εν τέλει, η θέση αυτή ανοίγει τη συζήτηση για το αν μια ρήξη με ΕΕ και ΝΑΤΟ είναι συμφέρουσα για την πλειοψηφία του ελληνικού λαού, και αν ναι, με ποιο πολιτικό πρόγραμμα, και ποια εξουσία, μπορεί να γίνει πράξη.

Η προσφυγική κρίση, σε συνδυασμό με την οικονομική στασιμότητα, την κρίση στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις, αλλά και την πιθανότητα αναζωπύρωσης της οικονομικής κρίσης[12] στο διεθνές περιβάλλον της διάδοσης του κορωνοϊού[13], και των ιδιαίτερων προκλήσεων που αυτή θέτει στο ελληνικό δημόσιο σύστημα υγείας μετά από χρόνια καταστροφικών πολιτικών λιτότητας και περικοπών[14], αναδεικνύει ξανά τη χώρας μας σε αδύναμο κρίκο του ιμπεριαλιστικού συστήματος στην περιοχή μας. Η εκτίμηση αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι η εγχώρια ολιγαρχία και το πολιτικό της σύστημα αδυνατεί να λύσει κάθε μεγάλο, σημερινό, λαϊκό και εθνικό πρόβλημα, στα πλαίσια της στρατηγικής της επιλογής για σύμπλευση με τον ευρω-νατοϊκό ιμπεριαλισμό, μιας επιλογής που δημιουργεί και επιδεινώνει προβλήματα, αντί να λύνει. Η εγχώρια πολιτική βαδίζει από κρίση σε κρίση, σε όξυνση όλων των αντιθέσεων.

Είναι στο χέρι της κομμουνιστικής αριστεράς να παρέμβει στο εργατικό και λαϊκό κίνημα με τρόπο που να οδηγήσει στη λύση των αντιθέσεων προς όφελος των εργαζομένων και του λαού. Πρέπει άμεσα να γίνει προσπάθεια για να παρθούν αγωνιστικές αποφάσεις σε κάθε εργατικό σωματείο, εργατικό κέντρο, φοιτητικό, επιστημονικό ή επαγγελματικό σύλλογο, στην κατεύθυνση της θέσης που ήδη έχουν διαμορφώσει λίγο πολύ οι οργανώσεις και τα κόμματα της κομμουνιστικής, ριζοσπαστικής και αντι-ιμπεριαλιστικής αριστεράς (βλ. παραπάνω). Να μη μείνουμε για άλλη μια φορά στα ίδια, στις αντιπαραθέσεις για το «φύλο των αγγέλων», στον σεχταρισμό, στις (ξεχωριστές) κινητοποιήσεις των ήδη πεισμένων, μελών και στελεχών των οργανώσεων, αντί για την προσπάθεια να πείσουμε και να κινητοποιήσουμε τον λαό από κοινού, μέσα από τις οργανώσεις του εργατικού και λαϊκού κινήματος. Διαφορετικά, η φύση απεχθάνεται το κενό, το οποίο γεμίζει η βαρβαρότητα του εθνικισμού, και του ρατσισμού…


Αντί επιλόγου ή για το πως μπορεί να τρυπώσει ο ρατσισμός και στις πιο ευγενείς προθέσεις…

Ο Μαρξ έγραφε για τον Αριστοτέλη και την προσπάθειά του να θεωρητικοποιήσει την αξία κατά την εμπορευματική ανταλλαγή[15]:
«Στην συζήτηση του Μαρξ για την εμπορευματική μορφή της αξίας, την ανταλλακτική αξία, σχολιάζει ότι ο Αριστοτέλης είχε καταλάβει ότι τα εμπορεύματα πρέπει να έχουν μια ποιότητα που να τα καθιστά ανταλλάξιμα, ”μια εσωτερική ενότητα των δύο πραγμάτων αντί της αφηρημένης ταυτότητας τους” όπως το θέτει ο Ιλιένκοφ […]. Αλλά, χωρίς την έννοια της αξίας, ο Αριστοτέλης έφτασε σε τέλμα στην ανάλυσή του ποια θα ήταν αυτή η εσωτερική ενότητα. Ο Μαρξ εξηγεί γιατί ο Αριστοτέλης δεν μπορούσε παρά να σταματήσει στο συγκεκριμένο σημείο:
”επειδή η ελληνική κοινωνία στηρίζονταν στην εργασία των δούλων και επομένως είχε σαν φυσική της βάση την ανισότητα των ανθρώπων και των εργασιακών τους δυνάμεων. Το μυστικό της έκφρασης της αξίας, η ισότητα και το ισάξιο όλων των εργασιών - επειδή είναι και εφόσον είναι ανθρώπινη εργασία γενικά – μπορεί ν’ αποκρυπτογραφηθεί μόνο όταν η έννοια της ισότητας των ανθρώπων αποχτήσει πια τη σταθερότητα λαϊκής πρόληψης. Αυτό όμως είναι δυνατό μόνο σε μια κοινωνία, όπου η μορφή του εμπορεύματος είναι η γενική μορφή του προϊόντος εργασίας, επομένως και η σχέση των ανθρώπων μεταξύ τους σαν κατόχων εμπορευμάτων είναι η κυρίαρχη κοινωνική σχέση” […]»

Στη σημερινή εποχή έχει "αποχτήσει πια τη σταθερότητα λαϊκής πρόληψης" "η έννοια της ισότητας των ανθρώπων" ή, αντίθετα, έχοντας εξαντληθεί ο προοδευτικός ιστορικός ρόλος της αστικής τάξης, έχει αρχίσει μια αντίστροφη, αντιδραστική ιστορική πορεία;
Ακούγοντας έναν εκπρόσωπο της «νέας», σοσιαλφιλελεύθερης αριστεράς, τον Κ. Αρσένη του ΜΕΡΑ25, να λέει[16]
«Υπάρχουν χωριά που έχουν ερημώσει. Δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος να βοηθήσει τους ηλικιωμένους κατοίκους να κόψουν ξύλα, να μεταφέρουν προϊόντα. Αν τοποθετηθούν εκεί οικογένειες προσφύγων θα υπάρξει πρόβλημα; Όχι, ίσα ίσα που θα μπορέσουν οι ηλικιωμένοι να προστατευτούν και να βοηθηθούν»
είναι να αναρωτιέται κανείς κατά πόσο ισχύει μια τέτοια γενική αντίληψη περί ισότητας, αν αυτά ακούγονται από "αριστερούς"...

Έτσι, λοιπόν, υπάρχει εργατική δύναμη υποκείμενο, ελεύθερη να πωλείται εκεί που τη συμφέρει περισσότερο, με το στάτους του "ευρωπαίου πολίτη", και μια άλλη που πρέπει να της αρκεί να "τοποθετείται" ως αντικείμενο, εκεί από όπου η πρώτη έχει αποδημήσει απηυδισμένη...

Αυτό που συμβαίνει, το είχε προβλέψει, όμως, ο ίδιος ο Μαρξ, για την εποχή εκείνη που το κεφάλαιο πολιτικά παντοδύναμο, αλλά οικονομικά σε κρίση, διότι μετατρέπεται το ίδιο σε όριο της δικής του ανάπτυξης, χρησιμοποιεί μέσα, όπως νέες μορφές καταπίεσης και εκμετάλλευσης (μονοπωλιακά πνευματικά δικαιώματα, καταστολή μετανάστευσης), καταρχήν ξένα προς την ίδια του τη φύση[17]:
"Όσο το κεφάλαιο είναι αδύναμο αναζητά ακόμα μόνο του τα δεκανίκια προηγούμενων τρόπων παραγωγής – ή εκείνων που καταστρέφονται με τη δική του εμφάνιση. Μόλις αισθανθεί ισχυρό πετά τα δεκανίκια και κινείται σύμφωνα με τους δικούς του νόμους. Μόλις αρχίσει να αισθάνεται και να συνειδητοποιεί τον εαυτό του σαν φραγμό της εξέλιξης, καταφεύγει σε μορφές που ενώ φαίνονται να ολοκληρώνουν την κυριαρχία του κεφαλαίου, περιορίζοντας τον ελεύθερο ανταγωνισμό, είναι ταυτόχρονα προάγγελοι της διάλυσής του και της διάλυσης του τρόπου παραγωγής που βασίζεται σ’ αυτό."
Η ρατσιστική ιδεολογία είναι μια ακραία έκφραση της ανισότητας των ανθρώπων, και από την πλευρά της πολιτικής οικονομίας, της ανισότητας των εργατικών δυνάμεων ως εμπόρευμα. Σήμερα, πρόκειται για την ιδεολογία της κρίσης του ιμπεριαλιστικού συστήματος, δηλ. του σύγχρονου, υπερώριμου, παρασιτικού καπιταλισμού. Σε περιόδους κρίσης, σαν την σημερινή, αναμένεται και η έξαρσή της.

Στο σύγχρονο κόσμο, οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής επεκτείνονται, πλέον, και στις πιο απομακρυσμένες του περιοχές, αλλά και εις βάρος των σοσιαλιστικών σχέσεων, όπου αυτές είχαν εμφανιστεί. Μαζί τους επεκτείνεται και η λειτουργία του νόμου της αξίας επί της ανθρώπινης υπερεργασίας. Ωστόσο, αυτό έχει σταματήσει, πλέον, να σημαίνει και την επέκταση της ανθρώπινης ισότητας, παρά μόνο την ανάδειξη νέων μορφών καταπίεσης, και εκμετάλλευσης, πλήρως ενσωματωμένων στη σχέση κεφάλαιο - εργασία, την οποία τροποποιούν -καθ' αυτόν τον τρόπο- ουσιωδώς2. Η καταστολή της μετανάστευσης αποτελεί μία από τις κύριες μορφές καταπίεσης που αναδεικνύονται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού, και είναι το αναγκαίο συμπλήρωμα της ελευθερίας κυκλοφορίας του κεφαλαίου και των άλλων εμπορευμάτων, ως συστατικών πολιτικών του.

Σε ένα τέτοιο ιστορικό πλαίσιο, ας προσπαθήσουμε να πείσουμε κάθε προοδευτικό και δημοκράτη άνθρωπο ότι περιορίζοντας την ελευθερία εκατομμυρίων ανθρώπων, καταστέλλοντας την κίνησή τους, όχι μόνο δεν προστατεύουμε τη δική μας, όπως ίσως να φαίνεται αρχικά σε πολλούς, αλλά θεμελιώνουμε τη δική μας φυλακή…



[2] Βλ. για παράδειγμα την ανακοίνωση της ΚΕΔ. Το που αποσκοπεί η λογική του «καλουπώματος» της όλης διαπάλης στην αντίθεση Αριστερά – Δεξιά διαφαίνεται στα παρακάτω αποσπάσματα (ο τονισμός δικός μας):
«Η ακροδεξιά κυβέρνηση της Αθήνας πουλάει κουτόχορτο στην εκλογική της πελατεία προσποιούμενη ότι δέχεται κάποια εισβολή και παραβίαση του εθνικού χώρου. […] Η χώρα δεν δέχεται καμία εξωτερική επίθεση, αλλά μια ξεκάθαρη καταπάτηση των ανθρωπίνων, ατομικών και δημοκρατικών δικαιωμάτων με δράστη το καθεστώς του Μαξίμου. […] Η Ευρώπη φρούριο προϋποθέτει καθεστώτα Σαλβίνι, Ορμπαν, Κουρτς και τώρα Μητσοτάκη. Η άκρα δεξιά νομιμοποιεί την ύπαρξη της και αποτελεί τη χρυσή εφεδρεία του συστήματος και της αυτοκρατορίας. Το ακροδεξιό λουμπεναριό υπερασπίζεται την αυτοκρατορία, το ΝΑΤΟ, την ΕΕ, την ίδια ώρα που τα συνθήματά του τάσσονται δήθεν κατά των Γερμανών «που μετατρέπουν την Ελλάδα σε αποθήκη ψυχών». […] Η αριστερά δεν έχει να μοιραστεί τίποτα με τις ανησυχίες των κανίβαλων. Είμαστε ένας άλλος κόσμος και προφανώς σε αυτόν τον πλανήτη δεν μπορεί να υπάρχει καμιά συνύπαρξη. […] Το ανταγωνιστικό ταξικό κίνημα, η αριστερά, οι αντιφασιστικές δυνάμεις, κάθε δημοκράτης πολίτης πρέπει εδώ και τώρα να κινητοποιηθεί για να σταματήσει το ρατσιστικό ντελίριο του καθεστώτος της Αθήνας μαζί και τους θρασύδειλους ακροδεξιούς συμμορίτες που τρομοκρατούν αγωνιστές και γυναικόπαιδα.» 
Όλα αυτά παρά την πρόσφατη πολιτική και της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ στο ίδιο θέμα, αλλά και τις ακόμη πιο πρόσφατες δηλώσεις Τσίπρα (βλ. σημείωση 4)…

[3] 
«Αυτό που ζούμε τις τελευταίες μέρες στον Έβρο και στο Αιγαίο, αποτελεί – για να το πούμε ξεκάθαρα και με το όνομά του – μια μορφή εκδήλωσης ανοιχτής ιμπεριαλιστικής επέμβασης σε βάρος της χώρας μας. Το «μεταναστευτικό» και «προσφυγικό» δεν είναι παρά ο φερετζές με τον οποίο εκδηλώνεται αυτή η ωμή, εκβιαστική ιμπεριαλιστική παρέμβαση. […]Το ΝΑΤΟ «καίγεται» να στηριχθεί όσο γίνεται γρηγορότερα η Τουρκία για να «κάνει τη βρώμικη δουλειά» στη Συρία και, γι’αυτό πιέζει την Ελλάδα να κάνει πίσω και να δεχθεί άνευ όρων την εκχώρηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων στην ΑΟΖ, την υφαλοκρηπίδα κλπ. Λόγω της πίεσης χρόνου και βλέποντας την ελληνική αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό να προσπαθεί να τραινάρει – λόγω του πολιτικού κόστους – το ξεπούλημα, έτσι ώστε να το εμφανίσει όσο πιο «εύπεπτα» γίνεται στο λαό, οι ΝΑΤΟικοί και ευρωενωσιακοί κύκλοι, σε συνεννόηση με την Άγκυρα προχώρησαν στην τυχοδιωκτική αυτή ενέργεια άμεσου και ωμού εκβιασμού της Ελλάδας, με την απότομη κλιμάκωση της «προσφυγικής» πίεσης στα σύνορά της. Στόχος είναι να υποχρεωθεί η Ελλάδα να «κλείσει» το συντομότερο δυνατό και υπό τους χειρότερους γι’αυτήν όρους τη συμφωνία «μοιράσματος» και συνεκμετάλλευσης στο Αιγαίο, έτσι ώστε να ικανοποιηθούν οι τουρκικές απαιτήσεις και να αναλάβει πλέον με πλήρη ΝΑΤΟική στήριξη η Τουρκία το βάρος του πολέμου στη Συρία.»
Σε πιο πρόσφατο άρθρο του ιδίου (Λαέ, βγες στο δρόμο, πάρε την τύχη σου στα χεριά σου! Υπερασπίσου την πατρίδα σου, τη ζωή σου, σύντριψε τα σχέδια των ξένων και ντόπιων λύκων!), χρησιμοποιείται με γκεμπελικό τρόπο η μεταφορική γλώσσα για την αναγόρευση των προσφύγων σε «σφαίρες», μέσα ιμπεριαλιστικής επέμβασης του ΝΑΤΟ, και θερμού επεισοδίου εκ μέρους της Τουρκίας και εις βάρος της Ελλάδας:
«Στον Έβρο και στο Αιγαίο, δεν έχουμε πρωτίστως ή κυρίαρχα ανθρωπιστική κρίση. Βασικά, έχουμε μια ιδιόμορφη περίπτωση "θερμού επεισοδίου", ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία. Όσοι πίστευαν ότι ένα τέτοιο επεισόδιο θα έπαιρνε υποχρεωτικά τη μορφή απευθείας στρατιωτικής αντιπαράθεσης σε κάποιο νησί, πχ στο Καστελλόριζο ή στην ΑΟΖ κλπ. και στα σημερινά γεγονότα βλέπουν κάτι άλλο (μια ανθρωπιστική κρίση, για παράδειγμα), μάλλον θα πρέπει να αναθεωρήσουν την άποψή τους και να δουν την πραγματικότητα κατάματα. Το ότι η σύγκρουση δε γίνεται με σφαίρες (ακόμα...), αλλά με "εφόδους μεταναστών" που τους οδηγούν Τούρκοι στρατοχωροφύλακες, δεν αλλάζει την ουσία του πράγματος.
[…] Σήμερα, η Τουρκία «εισβάλλει» δια των «προσφύγων». Αν «τους βγει», τότε αύριο, θα το κάνει με άλλα μέσα, πιο …άμεσα, αλλά θα είναι αργά.[…] Καμία, δηλαδή [δύναμη της Αριστεράς], δεν αναδεικνύει ως ΚΥΡΙΑ ΠΛΕΥΡΑ της όλης ιστορίας την ελληνοτουρκική αντιπαράθεση, αντίθετα όλες την τοποθετούν σε δεύτερο πλάνο και το «εργαλείο» της ιμπεριαλιστικής επέμβασης, το «προσφυγικό», ανάγεται σε κύριο, λες και είμαστε στο 2014-15.»
Σε όλο του το κείμενο, ο εν λόγω «κομμουνιστής», μπορεί να παρομοιάζει τους πρόσφυγες με όπλα, σφαίρες κοκ, αλλά πουθενά δεν απευθύνεται σε αυτούς ως υποκείμενα, που έχουν κάποια δική τους βούληση για την τύχη των ζωών τους (και αυτή δεν είναι να παραμείνουν εγκλωβισμένοι και υπερεκμεταλλευόμενοι ούτε στην Τουρκία, ούτε στην Ελλάδα…). Ενώ καταλήγει σε σωστές θέσεις για την έξοδο από την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, και σωστά κριτικάρει το ΚΚΕ και άλλες δυνάμεις για το ότι δεν προβαίνουν σε συγκεκριμένες πολιτικές πρωτοβουλίες, το μόνο που μένει από τις προτάσεις του είναι η «υπεράσπιση των συνόρων από τους εισβολείς», δεδομένου του σημερινού πολιτικού συσχετισμού, με βάση τον οποίο η πλειοψηφία του ελλ. λαού δε συμφωνεί με την αποχώρηση από ΕΕ και ΝΑΤΟ, ενώ κανένα κοινοβουλευτικό κόμμα – δυστυχώς ούτε το ΚΚΕ- δεν προβάλει μια τέτοια έξοδο ως άμεσο αίτημα πάλης. Αντίθετα, το αίτημα για απειθαρχία στις συμφωνίες ΕΕ- Τουρκίας και στον κανονισμό του Δουβλίνου, είναι ένα αίτημα που μεταφέρει την προσφυγική κρίση, ως πολιτική κρίση, βαθύτερα στην ΕΕ, και μπορεί να υποστηριχθεί από μεγάλο μέρος του ελλ. λαού, ακόμη και αν δεν είναι πεισμένο για την έξοδο από ΕΕ και ΝΑΤΟ. Εν τέλει, ο αρθρογράφος έχει δίκιο ότι -ευτυχώς- η κομμουνιστική και ριζοσπαστική αριστερά δεν υιοθετεί τη θέση που προτείνει, αλλά μπορεί να κοιμάται ήσυχος, ότι -τουλάχιστον όσον αφορά την «απόκρουση της εισβολής»- συμφωνεί μαζί του όλο το υπόλοιπο πολιτικό σύστημα… Άλλωστε, η θέση αυτή μπορεί να υιοθετηθεί με πλήρη ανεξαρτησία από την έξοδο/ρήξη από/με ΕΕ και ΝΑΤΟ, σε αντίθεση με τη θέση για άσυλο, και ελευθερία κίνησης των προσφύγων στην ΕΕ…

[4] Στην εκδοχή αυτή προσχωρεί και η αξιωματική αντιπολίτευση της σοσιαλ-φιλελεύθερης ή σοσιαλδημοκρατικής αριστεράς. Βλ τις δηλώσεις Τσίπρα στο MEGA από ρεπορτάζ του thepressproject.gr:
«Η Ελλάδα οφείλει να διεκδικήσει από την ΕΕ ουσιαστική στήριξη. Αυτοί οι άνθρωποι δεν έρχονται για να μείνουν εδώ. Έρχονται για να περάσουν στην Ευρώπη. Η Τουρκία χρησιμοποιεί τους πρόσφυγες ως εργαλεία και έχει γεωπολιτικές βλέψεις.Αν η επιλογή της αποτροπής είναι να δημιουργούν συνθήκες κολαστηρίου στα νησιά και θεωρούμε ότι με αυτό τον τρόπο θα αποτρέψουμε τους δυστυχισμένους να έρθουν, είναι λάθος. Σωστά κλείσαμε τα σύνορα αλλά δεν βοηθάνε οι επικοινωνιακές φιέστες της κυβέρνησης. Η κυβέρνηση η δική μας είχε κλείσει τον Έβρο χωρίς τυμπανοκρουσίες και επικοινωνιακές πομφόλυγες.
[…] Υπήρξε προσπάθεια εργαλειοποίησης του προσφυγικού από τη πλευρά Ερντογάν. Το κρίσιμο σήμερα δεν είναι να αντιπαρατεθούμε μεταξύ μας αλλά να συνειδητοποιήσουμε ότι βρισκόμαστε απέναντι σε μια γεωπολιτική απειλή από την πλευρά της Τουρκίας, η οποία δεν περιορίζεται στο προσφυγικό αλλά επεκτείνεται στην αμφισβήτηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας. […]»
Ο ΣΥΡΙΖΑ προσπαθεί να διαφοροποιηθεί στη βάση της επικοινωνιακής διαχείρισης, και μιας δήθεν πιο διεκδικητικής συμπεριφοράς προς την ΕΕ για να ενισχύσει την ελληνική πλευρά στη διαχείριση της προσφυγικής κρίσης. Ωστόσο, δε θίγεται καν το θέμα των συμφωνιών της ΕΕ με την Τουρκία ή του κανονισμού του Δουβλίνου, ενώ είναι πρόσφατη η πολιτική και της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ στο θέμα αυτό, η οποία δε διέφερε ουσιωδώς, όπως ομολογεί και ο ίδιος ο Τσίπρας στην παραπάνω δήλωση.


[6] Βλ. το «Κείμενο εργασίας για την περιοδολόγηση του καπιταλισμού και το σύγχρονό του στάδιο» του υπογράφοντος, και τις αναφορές σε αυτό, για την υποστήριξη των παραπάνω θέσεων.


[8] Βλ. για παράδειγμα το Γράφημα 3 «New World Immigration Policy Index 1860-1913» στο Hatton T.J. & Williamson J.G. (2005) A dual policy paradox: why have trade and immigration policies always differed in labor-scarce economies?, Working Paper 11866, NBER Working Paper Series, από όπου μεταφράζουμε από την περίληψη:
«Οι σημερινές οικονομίες περιορισμένης έντασης εργασίας έχουν πολιτικές ανοιχτού εμπορίου και κλειστής μετανάστευσης, ενώ έναν αιώνa πριν, είχαν ακριβώς τις αντίθετες, πολιτικές ανοιχτής μετανάστευσης και κλειστού εμπορίου.»

«Καθόλου τυχαία δεν ήταν η δήλωση του γερμανού υπουργού Εσωτερικών, Χορστ Ζεεχόφερ, από το Βερολίνο όπως μεταφέρθηκε από την ιστοσελίδα Anatropinews: ‘Αντιμετωπίζουμε μια κατάσταση όπου οι άνθρωποι εργαλειοποιούνται και πιστεύω θα ήταν λάθος να ξεκινήσουμε τώρα μια συζήτηση για κατανομή και ποσοστώσεις». Ενδιαφέρον έχει και το σκεπτικό του: 'Η κατανομή αυτών των ανθρώπων μέσα στην Ευρώπη για εμάς θα σήμαινε ότι τους προσκαλούμε με αποτέλεσμα την επόμενη στιγμή της κατανομής να βλέπαμε άλλους 20-30.000 στα σύνορα μας’. […]Η Ελλάδα επομένως εξαγοράζει την συμμετοχή της στην ΕΕ, το προνόμιο να παραμένει στην ΕΕ, αναλαμβάνοντας τον βρόμικο ρόλο να φυλάει τα σύνορα της, στο πιο επικίνδυνο μάλιστα σημείο. Αυτό είναι το νόημα της δήλωσης ότι η Ελλάδα αποτελεί ασπίδα της Ευρώπης, που ακούσαμε ξανά και ξανά: σας πληρώνουμε για να χτίζετε κέντρα κράτησης να μετατρέψετε τα νησιά σας σε φυλακές και θάλασσες και ποτάμια σε υγρούς τάφους.»
[11] Το κεφάλαιο, δέσμιο των εσωτερικών του αντιφάσεων, είναι αναγκασμένο να διαχειρίζεται τις κρίσεις που το ίδιο προκαλεί μέσα από τέτοιου είδους ανεφάρμοστες πολιτικές που μακροπρόθεσμα μπορούν μόνο να επιδεινώνουν τις κρίσεις και τις συνέπειές τους για τους λαούς. Άραγε είναι πιο εύκολο να εμποδίσει κανείς την μετακίνηση εκατομμυρίων ανθρώπων λόγω πολέμου, καταπίεσης, φτώχειας και περιβαλλοντικών καταστροφών με φράχτες και στρατούς, ή την άνοδο των υδάτων λόγω κλιματικής αλλαγής με …φράγματα στη Β. Θάλασσα (βλ. σχετικά Γιγαντιαία φράγματα στη Βόρεια Θάλασσα για την προστασία 25 εκατ. Ευρωπαίων στο Protagon.gr);!






[17] Βλ. το απόσπασμα για τον ανταγωνισμό στο Καρλ Μαρξ, Βασικές γραμμές της κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας [Grundrisse], τόμ. Β΄, προλ.-μτφρ.-σημ. Διονύσης Διβάρης, Στοχαστής, Αθήνα 1990, σσ. 497-49

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Το σχόλιό σας θα δημοσιευτεί μόνο αν περιέχει το ονοματεπώνυμό σας και κατόπιν επιβεβαίωσής της ταυτότητάς σας. Αν είναι η πρώτη φορά που σχολιάζετε, παρακαλώ στείλτε μου και τα στοιχεία επικοινωνίας σας (πχ e-mail) με ένα e-mail.